12 αποτελέσματα για «寵»

寵愛 ちょうあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύνοια, στοργή
ちょう

ουσιαστικό

  1. 01 εύνοια, στοργή
寵姫 ちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοούμενη παλλακίδα, αγαπημένη ερωμένη
寵児 ちょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο παιδί
  2. 02 αγαπημένος, ευνοούμενος, αστέρι, ήρωας
寵幸 ちょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εύνοια, χάρη
寵愛一身 ちょうあいいっしん

ουσιαστικό

  1. 01 κατέχω την υψηλότερη θέση στην εύνοια κάποιου, μονοπωλώ την αγάπη (εύνοια) του άρχοντα, είμαι η ευνοούμενη κυρία του άρχοντα
寵物 ちょうもつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικίδιο, αγαπημένο αντικείμενο (παιχνίδι, γκάτζετ, κλπ.)
寵臣 ちょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοούμενος αυλικός, έμπιστος αυλικός
寵愛昂じて尼にする ちょうあいこうじてあまにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αγαπώ το παιδί μου υπερβολικά για το καλό του, αγαπώ την κόρη μου τόσο πολύ ώστε να την κάνω καλόγρια
寵愛昂じて尼になす ちょうあいこうじてあまになす

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπερβολική αγάπη προς το παιδί που καταλήγει σε ζημιά, αγαπώ την κόρη μου τόσο πολύ ώστε την κάνω μοναχή
寵妃 ちょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοούμενη παλλακίδα
  1. 01 στοργή
  2. 02 αγάπη
  3. 03 προστασία