37 αποτελέσματα για «将»

将来 しょうらい N4

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 μέλλον, προοπτικές
  2. 02 φέρνω (από το εξωτερικό, από άλλη περιοχή κ.λπ.)
  3. 03 προκαλώ, επιφέρω, γεννώ, επισύρω
将軍 しょうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγός
  2. 02 σογκούν
しょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής, στρατηγός, ηγέτης
将棋 しょうぎ N2

ουσιαστικό

  1. 01 σόγκι, ιαπωνικό σκάκι
将校 しょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματικός, στρατιωτικός αξιωματικός
将来的 しょうらいてき

επίθετο

  1. 01 μελλοντικός, πιθανός, εν δυνάμει, υποψήφιος
将来の夢 しょうらいのゆめ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 όνειρο για το μέλλον, ελπίδες για το μέλλον
将兵 しょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματικοί και οπλίτες
将来有望 しょうらいゆうぼう

επίθετο

  1. 01 με μεγάλες προοπτικές, με πολλά υποσχόμενο μέλλον
将来性 しょうらいせい

ουσιαστικό

  1. 01 μελλοντικές προοπτικές, υποσχόμενη προοπτική
将軍家 しょうぐんけ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια με προοπτική διαδοχής στο αξίωμα του σογκούν
将官 しょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατος αξιωματικός (στρατηγός ή ναύαρχος)
将棋盤 しょうぎばん

ουσιαστικό

  1. 01 σκακιέρα σόγκι
将士 しょうし

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματικοί και οπλίτες
将軍職 しょうぐんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 σογκουνάτο
将棋を指す しょうぎをさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίζω σόγκι
将棋の駒 しょうぎのこま

ουσιαστικό

  1. 01 πιόνι του σόγκι
将棋倒し しょうぎだおし

ουσιαστικό

  1. 01 σωρευτική πτώση, αλυσιδωτή πτώση (όπως τα ντόμινο)
  2. 02 πτώση κομματιών σόγκι (στημένα στη σειρά)
将帥 しょうすい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιστράτηγος
将に まさに

επίρρημα

  1. 01 ακριβώς (πρόκειται να), έτοιμος να, στα πρόθυρα, στα όρια