65 αποτελέσματα για «就»

就職 しゅうしょく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύρεση εργασίας, πρόσληψη
就く つく N3

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω (θέση, αξίωμα κ.λπ.), αναλαμβάνω, προσλαμβάνομαι, εργάζομαι
  2. 02 ανέρχομαι (στον θρόνο), αναλαμβάνω τα καθήκοντά μου
  3. 03 ξεκινώ (ένα ταξίδι), αρχίζω, αναχωρώ
  4. 04 σπουδάζω (υπό την καθοδήγηση δασκάλου), μαθητεύω
就任 しゅうにん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη καθήκοντος, ανάληψη θέσης, ορκωμοσία, εγκατάσταση
就寝 しゅうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάκλιση, πηγαίνω για ύπνο
就活 しゅうかつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση εργασίας
就職活動 しゅうしょくかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση εργασίας, ψάξιμο για δουλειά
就職先 しゅうしょくさき

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας, εργοδότης
就ける つける

ρήμα

  1. 01 ενθρονίζω (βασιλιά, αυτοκράτορα κ.λπ.)
  2. 02 διορίζω (σε μια θέση), προάγω
  3. 03 αναθέτω (σε δάσκαλο για μελέτη)
就寝時間 しゅうしんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα ύπνου
就業 しゅうぎょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απασχόληση
  2. 02 έναρξη εργασίας
就任式 しゅうにんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ανάληψης καθηκόντων, τελετή εγκατάστασης
就学 しゅうがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη φοίτησης σε σχολείο, παρακολούθηση σχολείου
就労 しゅうろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργασία, απασχόληση, πρόσληψη
就中 なかんずく

επίρρημα

  1. 01 κυρίως, πάνω από όλα, ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων
就業時間 しゅうぎょうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες εργασίας
就職難 しゅうしょくなん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσκολία εύρεσης εργασίας (λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας)
就いて ついて

άλλο

  1. 01 σχετικά με, αναφορικά με, όσον αφορά, για
就航 しゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δρομολογούμαι (για πλοίο ή αεροπλάνο), τίθεμαι σε κυκλοφορία, εκτελώ δρομολόγια
就職口 しゅうしょくぐち

ουσιαστικό

  1. 01 θέση εργασίας, κενή θέση, απασχόληση
就職氷河期 しゅうしょくひょうがき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης, ξηρασία θέσεων εργασίας, παγετώνας της απασχόλησης