21 αποτελέσματα για «尺»

しゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σάκου (μονάδα μέτρησης μήκους περίπου ίση με 30,3 εκατοστά)
  2. 02 κανόνας, μέτρο, κλίμακα
  3. 03 μήκος
尺度 しゃくど

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο, πρότυπο, κριτήριο, δείκτης
  2. 02 μήκος, μέγεθος
  3. 03 κανόνας μέτρησης, κλίμακα
さし

ουσιαστικό

  1. 01 χάρακας, μέτρο
尺八 しゃくはち

ουσιαστικό

  1. 01 σακουχάτσι, πνευστό μουσικό όργανο από μπαμπού με ανοιχτό άκρο και χωρίς χείλος
  2. 02 στοματικός έρωτας, αιδοιολειξία
尺骨 しゃっこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ωλένη
尺取り虫 しゃくとりむし

ουσιαστικό

  1. 01 γεωμετρίδα, κάμπια που κινείται με συστολές
尺取 しゃくとり

ουσιαστικό

  1. 01 κάμπια που βαδίζει με αναδιπλώσεις, μετρητής (κάμπια)
尺地 せきち

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό οικόπεδο
尺を取る しゃくをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετρώ το μήκος
尺寸 しゃくすん

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικός, ασήμαντος
尺牘 せきとく

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή, γράμμα
尺を当てる しゃくをあてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετρώ με χάρακα
尺貫法 しゃっかんほう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό σύστημα μέτρων και σταθμών
尺縑 せっけん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή ποσότητα μεταξιού (δηλαδή ύφασμα μήκους ενός ποδιού)
  2. 02 ασήμαντος πίνακας, ευτελές έργο τέχνης
尺蛾 しゃくが

ουσιαστικό

  1. 01 γεωμετρίδης, νυχτοπεταλούδα της οικογένειας Γεωμετρίδες
尺が伸びる しゃくがのびる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιμηκύνομαι (ειδικότερα για τμήματα τηλεοπτικών προγραμμάτων)
尺稼ぎ しゃくかせぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητή επιμήκυνση βίντεο, τηλεοπτικής εκπομπής κ.λπ. για την επίτευξη της επιθυμητής διάρκειας
尺斤法 しゃくきんほう

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό σύστημα μέτρησης βαρών και αποστάσεων
尺骨動脈 しゃくこつどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ωλένια αρτηρία
尺沢 しゃくたく

ουσιαστικό

  1. 01 τσε τζε, τσιζε, βελονιστικό σημείο πνεύμονα 5 στον μεσημβρινό του πνεύμονα