62 αποτελέσματα για «尾»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά (ζώου)
  2. 02 ουρά (χαρταετού κ.λπ.), πίσω μέρος, τέλος
  3. 03 ουρά (κομήτη)
  4. 04 πλαγιά στους πρόποδες βουνού, πρόποδες
尾行 びこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκιά, παρακολούθηση
尾を引く おをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφήνω ουρά, αφήνω ίχνη, έχω μακροχρόνια επίδραση
尾張 おわり

ουσιαστικό

  1. 01 Οβάρι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στα δυτικά του σημερινού νομού Αΐτσι)

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 αστερισμός Ουρά (ένα από τα 28 σεληνιακά αρχοντικά)
  2. 02 επιμετρητική λέξη για ψάρια, γαρίδες, κλπ.
尾根 おね

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφογραμμή (βουνού)
尾ける つける

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ (κάποιον), παρακολουθώ, καταδιώκω, σκιάζω
尾ひれ おひれ

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά και πτερύγια
  2. 02 ωραιοποίηση (μιας ιστορίας, φήμης κ.λπ.), υπερβολή
尾ひれがつく おひれがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 διογκώνομαι, παραφουσκώνω (για φήμες κ.λπ.), εμπλουτίζομαι με υπερβολές
尾羽 おは

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά και φτερά
尾花 おばな

ουσιαστικό

  1. 01 ανθισμένο στάχυ ιαπωνικού χόρτου pampas
尾部 びぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά, οπίσθιο τμήμα
尾っぽ おっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά
尾翼 びよく

ουσιαστικό

  1. 01 ουραίο πτερύγιο (ενός αεροσκάφους), ουρά, ουραίο συγκρότημα
尾てい骨 びていこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκυγας, ουροπύγιο
尾籠 びろう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άσεμνος, αδιάκριτος, ακάθαρτος, χυδαίος, τολμηρός
尾頭付き おかしらつき

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι σερβιρισμένο ολόκληρο (με το κεφάλι και την ουρά)
尾ひれをつける おひれをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 διογκώνω, στολίζω (μια ιστορία, μια φήμη κ.λπ.)
尾長 おなが

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 κυανόπτερη κίσσα (Cyanopica cyana)
  2. 02 μακρύουρος
尾骨 びこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκυγας