7 αποτελέσματα για «屏»

屏風 びょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενο παραβάν
屏風絵 びょうぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωγραφιά πάνω σε αναδιπλούμενο παραβάν
屏息 へいそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκρατημένη αναπνοή, εξαναγκαστική σιωπή λόγω εκφοβισμού
屏居 へいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζω απομονωμένα
屏風岩 びょうぶいわ

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρημνος βράχος
屏禁 へいきん

ουσιαστικό

  1. 01 απομόνωση
  1. 01 τοίχος
  2. 02 φράχτης