26 αποτελέσματα για «屠»

屠る ほふる

ρήμα

  1. 01 σφάζω, κατακρεουργώ, θανατώνω
  2. 02 συντρίβω, νικώ κατά κράτος, καταβάλλω
屠殺 とさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφαγή (ζώων για κρέας), κρεοφαγία
屠殺場 とさつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγείο
屠竜 とりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δρακοκτόνος
  2. 02 Καβασάκι Κι-45 (βαρύ μαχητικό αεροσκάφος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου)
屠蘇 とそ

ουσιαστικό

  1. 01 τοσό (αρωματισμένο σάκε που σερβίρεται την Πρωτοχρονιά)
屠畜 とちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφαγή ζώων (για κρέας), κρεοκοπία
屠腹 とふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαρακίρι, σεπούκου, εκσπλαχνισμός
屠所 としょ

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγείο
屠場 とじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγείο
屠手 としゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγέας, χασάπης
屠者 としゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σφάγέας, κρεοπώλης
屠牛 とぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή βοοειδών (για τροφή)
屠殺人 とさつにん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγέας, εργάτης σε σφαγείο
屠畜場 とちくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγείο
屠所の羊 としょのひつじ

άλλο

  1. 01 αποθαρρυμένος άνθρωπος, (σαν) πρόβατο που οδηγείται στη σφαγή
屠蘇機嫌 とそきげん

ουσιαστικό

  1. 01 η ελαφριά μέθη από το σάκε της Πρωτοχρονιάς
屠肉 とにく

ουσιαστικό

  1. 01 σφάγιο, κρέας από σφάγια
屠蘇散 とそさん

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα μπαχαρικών για την παρασκευή τοσο (αρωματισμένο σάκε)
屠蘇気分 とそきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 εορταστική διάθεση πρωτοχρονιάς
屠児 とじ

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγέας, κρεοπώλης