5 αποτελέσματα για «屹»

屹度 きっと

επίρρημα

  1. 01 οπωσδήποτε, αναμφίβολα, σχεδόν βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα (π.χ. 90 τοις εκατό)
  2. 02 αυστηρά, δριμέως
  3. 03 χωρίς χαλαρότητα, άκαμπτος, δύσκαμπτος, σφιχτός
  4. 04 ξαφνικά, απότομα, ακαριαία
屹立 きつりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υψώνομαι, ορθώνομαι, δεσπόζω
屹然 きつぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 επιβλητικός, πανύψηλος
  2. 02 στεκούμενος αλύγιστα χωρίς επιρροές, σε μεγαλειώδη απομόνωση
屹度なる きっとなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φαίνομαι αυστηρός, εμφανίζομαι σκληρός
  1. 01 επιβλητικά βουνά