112 αποτελέσματα για «岩»
岩 いわ N3
ουσιαστικό
- 01 βράχος, ογκόλιθος
- 02 βράχος
岩場 いわば
ουσιαστικό
- 01 βραχώδης περιοχή, βραχώδης έκταση, βραχώδες τμήμα (αναρρίχησης), βραχώδης τοίχος
岩山 いわやま
ουσιαστικό
- 01 βραχώδες βουνό
岩石 がんせき N1
ουσιαστικό
- 01 βράχος, πέτρωμα
岩壁 がんぺき
ουσιαστικό
- 01 βραχώδης τοίχος, βραχώδης γκρεμός, πλευρά βράχου
岩肌 いわはだ
ουσιαστικό
- 01 γυμνός βράχος, επιφάνεια βράχου, βραχώδες μέτωπο
岩盤 がんばん
ουσιαστικό
- 01 βραχώδες υπόβαθρο
岩陰 いわかげ
ουσιαστικό
- 01 σκιά βράχου
岩塩 がんえん
ουσιαστικό
- 01 ορυκτό αλάτι, αλίτης
岩塊 がんかい
ουσιαστικό
- 01 μάζα βράχου, κομμάτι βράχου, όγκος
岩手県 いわてけん
ουσιαστικό
- 01 νομός Ιουάτε (περιοχή Τοχόκου)
岩礁 がんしょう
ουσιαστικό
- 01 ύφαλος, βραχώδης ύφαλος
岩屋 いわや
ουσιαστικό
- 01 σπηλιά, σπήλαιο
岩戸 いわと
ουσιαστικό
- 01 βραχώδης θύρα (εισόδου σπηλαίου)
岩手 いわて
ουσιαστικό
- 01 Ιουάτε (νομός)
岩棚 いわだな
ουσιαστικό
- 01 βραχώδης προεξοχή
岩波書店 いわなみしょてん
ουσιαστικό
- 01 Ιουανάμι Σότεν, εκδοτικός οίκος (εκδότης)
岩窟 がんくつ
ουσιαστικό
- 01 σπήλαιο, σπηλιά
岩間 いわま
ουσιαστικό
- 01 ανάμεσα σε βράχια
岩角 いわかど
ουσιαστικό
- 01 ακμή ή γωνία βράχου