4 αποτελέσματα για «岬»

みさき N2

ουσιαστικό

  1. 01 ακρωτήρι
岬角 こうかく

ουσιαστικό

  1. 01 ακρωτήρι, ακρωτήριο
岬湾 こうわん

ουσιαστικό

  1. 01 ακρωτήρια και όρμοι, εσοχή (ακτής)
  1. 01 ακρωτήριο
  2. 02 ακρωτήριο
  3. 03 λωρίδα ξηράς
  4. 04 ακρωτήριο