10 αποτελέσματα για «岳»

たけ

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλό βουνό, όρος
  2. 02 κορυφή βουνού
岳人 がくじん

ουσιαστικό

  1. 01 ορειβάτης
岳父 がくふ

ουσιαστικό

  1. 01 πεθερός, πατέρας της συζύγου
岳樺 だけかんば

ουσιαστικό

  1. 01 σημύδα του Έρμαν (Betula ermanii), ρωσική πέτρινη σημύδα
岳神 がくじん

ουσιαστικό

  1. 01 θεός του βουνού
岳麓 がくろく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόποδες του όρους Φούτζι
岳友会 がくゆうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ορειβατικός σύλλογος
岳烏 だけがらす

ουσιαστικό

  1. 01 καρυοθραύστης (Nucifraga caryocatactes)
岳母 がくぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πεθερά (μητέρα της συζύγου)
  1. 01 σημείο
  2. 02 κορυφή
  3. 03 βουνό