7 αποτελέσματα για «峠»

とうげ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινό πέρασμα, το υψηλότερο σημείο ενός ορεινού δρόμου, αυχένας
  2. 02 κορύφωση (π.χ. του καλοκαιριού), χειρότερη φάση (π.χ. μιας ασθένειας), κρίση, κρίσιμο σημείο, δυσκολότερο μέρος
峠を越える とうげをこえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνώ το κρισιμότερο σημείο, ξεπερνώ τη δυσκολία (π.χ. μιας ασθένειας)
  2. 02 διασχίζω ορεινό πέρασμα
峠道 とうげみち

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος που διασχίζει ορεινό πέρασμα
峠を越す とうげをこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεπερνώ το κρισιμότερο σημείο, περνώ τη δύσκολη φάση (π.χ. μιας ασθένειας)
  2. 02 διασχίζω ορεινό πέρασμα
峠越え とうげごえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διάσχιση ορεινού περάσματος
峠バトル とうげバトル

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου σε ορεινό πέρασμα
  1. 01 κορυφή βουνού
  2. 02 ορεινή διάβαση
  3. 03 κορύφωση
  4. 04 κορυφή
  5. 05 κοκούτζι (ιαπωνικός χαρακτήρας)