12 αποτελέσματα για «峰»

みね N1

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή, ακμή, ράχη
  2. 02 ράχη λεπίδας
峰打ち みねうち

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα με τη ράχη του σπαθιού
峰々 みねみね

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφές
峰伝い みねづたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατά μήκος των κορυφογραμμών
峰頭 ほうとう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή βουνού
峰続き みねつづき

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχόμενες κορυφές, αλληλουχία κορυφών
峰桜 みねざくら

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική αλπική κερασιά (προύνος η νιπωνική)
峰巒 ほうらん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή βουνού, βουνό, οροσειρά
峰楓 ミネカエデ

ουσιαστικό

  1. 01 μινεκαέντε (είδος σφενδάμου, επιστημονική ονομασία Acer tschonoskii)
峰蘇芳 ミネズオウ

ουσιαστικό

  1. 01 μινεζόου (είδος αλπικής αζαλέας, Kalmia procumbens), έρπουσα αζαλέα
峰不二子 みねふじこ

ουσιαστικό

  1. 01 Φουτζίκο Μινέ (Λουπέν Γ')
  1. 01 κορυφή
  2. 02 κορυφή