63 αποτελέσματα για «島»
島 しま N4
ουσιαστικό
- 01 νησί
- 02 περιοχή κάποιου (π.χ. εκδιδόμενου ατόμου, συμμορίας οργανωμένου εγκλήματος), λημέρι
島 とう
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 νησί
- 02 νησί, νησάκι
島田 しまだ
ουσιαστικό
- 01 χτένισμα που μοιάζει με πομπαντούρ, δημοφιλές για ανύπαντρες γυναίκες κατά την περίοδο Έντο, κόμμωση σιμάντα
島国 しまぐに
ουσιαστικό
- 01 νησιωτικό κράτος
島々 しまじま
ουσιαστικό
- 01 νησιά
島民 とうみん
ουσιαστικό
- 01 νησιώτης, κάτοικος νησιού
島内 とうない
ουσιαστικό
- 01 στο νησί, εντός του νησιού
島流し しまながし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξορία, εκτόπισμα
島中 しまじゅう
ουσιαστικό
- 01 σε ολόκληρο το νησί, καθ' όλη την έκταση του νησιού, πάνω στο νησί
島根県 しまねけん
ουσιαστικό
- 01 νομός Σιμάνε (περιοχή Τσουγκόκου)
島影 しまかげ
ουσιαστικό
- 01 αχνό περίγραμμα νησιού, ασαφές σχήμα νησιού, σιλουέτα νησιού
島根 しまね
ουσιαστικό
- 01 Σιμάνε (νομός)
- 02 νησιωτική χώρα
島外 とうがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός νησιού, μακριά από το νησί
島人 とうじん
ουσιαστικό
- 01 νησιώτης
島嶼 とうしょ
ουσιαστικό
- 01 νησιά
島育ち しまそだち
ουσιαστικό
- 01 αυτός που μεγάλωσε σε νησί
島主 とうしゅ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός νησιού
島原の乱 しまばらのらん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εξέγερση της Σιμαμπάρα (1637-1638)
島山 しまやま
ουσιαστικό
- 01 νησιώτικο βουνό
島田髷 しまだまげ
ουσιαστικό
- 01 χτένισμα τύπου πομπαντούρ, δημοφιλές για ανύπαντρες γυναίκες κατά την περίοδο Έντο, σιμαντά μαγκέ