38 αποτελέσματα για «州»

しゅう N3

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 πολιτεία (ΗΠΑ, Αυστραλίας, Ινδίας, Γερμανίας κ.λπ.), επαρχία (π.χ. Καναδά), κομητεία (π.χ. Ηνωμένου Βασιλείου), περιφέρεια (π.χ. Ιταλίας), καντόνι, όμπλαστ
  2. 02 ήπειρος
  3. 03 επαρχία (της Ιαπωνίας)
  4. 04 επαρχία (της αρχαίας Κίνας), νομαρχία, διαμέρισμα
  5. 05 αγαπητός
州都 しゅうと

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύουσα πολιτείας, πρωτεύουσα επαρχίας, έδρα νομού
州兵 しゅうへい

ουσιαστικό

  1. 01 εθνοφρουρός (κυρίως των ΗΠΑ), μέλος της εθνοφρουράς
州知事 しゅうちじ

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνήτης πολιτείας
州内 しゅうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός της πολιτείας, στα όρια της πολιτείας
州政府 しゅうせいふ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακή κυβέρνηση
州境 しゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνορα πολιτείας, σύνορα επαρχίας
州法 しゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακός νόμος (για παράδειγμα στις ΗΠΑ), πολιτειακός καταστατικός νόμος
州長官 しゅうちょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 σερίφης
州議会 しゅうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακό κοινοβούλιο, νομοθετικό σώμα πολιτείας ή επαρχίας
州警察 しゅうけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία πολιτείας, επαρχιακή αστυνομία
州立大学 しゅうりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικό πανεπιστήμιο
州外 しゅうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός πολιτείας
州立 しゅうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακός (δηλαδή ιδρυμένος και διοικούμενος από μια πολιτεία σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα)
州民 しゅうみん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος πολιτείας, πολίτες μιας πολιτείας

ουσιαστικό

  1. 01 αμμονησίδα, αμμόγλωσσα
州議会選挙 しゅうぎかいせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακές ή επαρχιακές εκλογές
州議会議員 しゅうぎかいぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτειακός βουλευτής, μέλος πολιτειακού κοινοβουλίου, μέλος επαρχιακής συνέλευσης
州間高速道路 しゅうかんこうそくどうろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαπολιτειακός αυτοκινητόδρομος
州崎 すさき

ουσιαστικό

  1. 01 αμμογλωσίδα, αμμουδιά που προεξέχει στη θάλασσα