11 αποτελέσματα για «巾»
巾着 きんちゃく
ουσιαστικό
- 01 πουγκί που σφίγγει με κορδόνι, θήκη χρημάτων
- 02 πουγκί από τηγανητό τόφου γεμισμένο με διάφορα υλικά, που χρησιμοποιείται στο οντέν
- 03 αυλικός, ακόλουθος, τσιράκι, κόλακας
- 04 παράνομη πόρνη (περίοδος Έντο)
巾着袋 きんちゃくぶくろ
ουσιαστικό
- 01 πουγκί με κορδόνι
巾 きん
ουσιαστικό
- 01 πετσέτα, ύφασμα
- 02 πρώτη χορδή του κότο (μετρώντας από την κοντινή πλευρά του παίκτη)
巾着切り きんちゃくきり
ουσιαστικό
- 01 πορτοφολάς
巾子 こじ
ουσιαστικό
- 01 το κατακόρυφο τμήμα του καλύμματος κεφαλής κανμούρι
巾偏 はばへん
ουσιαστικό
- 01 γραφικό στοιχείο (ριζικό) που δηλώνει ύφασμα και τοποθετείται στην αριστερή πλευρά του ιδεογράμματος (χαμπαχέν)
巾着草 きんちゃくそう
ουσιαστικό
- 01 καλσεολάρια (οποιοδήποτε φυτό του γένους Calceolaria)
巾着鯛 キンチャクダイ
ουσιαστικό
- 01 κιτρινόριγος αγγελόψαρος (Chaetodontoplus septentrionalis)
巾着蟹 キンチャクガニ
ουσιαστικό
- 01 καβούρι-πυγμαχος, καβούρι-πομ-πομ
巾着網 きんちゃくあみ
ουσιαστικό
- 01 γρι-γρι
巾
- 01 πετσέτα
- 02 κρεμαστός πάπυρος
- 03 πλάτος
- 04 ριζικό ύφασμα (αριθμός 50)