52 αποτελέσματα για «希»

希望 きぼう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελπίδα, ευχή, φιλοδοξία, προσδοκία
  2. 02 καλές προοπτικές, προσδοκία
希少 きしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σπάνιος, δυσεύρετος
希望者 きぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, υποψήφιος, ενδιαφερόμενος, πρόσωπο που επιθυμεί να κάνει κάτι, ενδιαφερόμενο μέρος, εθελοντής
希薄 きはく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αραιός (αέρας), εξασθενημένος (υγρό), αραιωμένος, αραιός (πληθυσμός), αραιός
  2. 02 ελλιπής (ενθουσιασμός, σκέψη, ουσία), ανεπαρκής, ελλιπής, ισχνός (σύνδεσμος)

πρόθημα, ουσιαστικό

  1. 01 αραιώνω
  2. 02 σπάνιος
  3. 03 Ελλάδα
希望的観測 きぼうてきかんそく

ουσιαστικό

  1. 01 ευσεβής πόθος
希望の光 きぼうのひかり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αχτίδα ελπίδας, ψήγμα ελπίδας
希臘 ギリシャ

ουσιαστικό

  1. 01 Ελλάδα
希少価値 きしょうかち

ουσιαστικό

  1. 01 σπανιότητα, αξία λόγω σπανιότητας, πολύτιμη ιδιότητα
希有 けう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σπάνιος, ασυνήθιστος
希う こいねがう

ρήμα

  1. 01 παρακαλώ, ζητώ, εκλιπαρώ, ικετεύω
希代 きたい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σπάνιος, ασυνήθιστος, έκτακτος, απαράμιλλος
希少種 きしょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σπάνιο είδος
希少性 きしょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σπανιότητα, έλλειψη
希求 ききゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακαής πόθος, έντονη επιθυμία, φιλοδοξία
希望的 きぼうてき

επίθετο

  1. 01 ελπιδοφόρος, ευσεβής
希釈 きしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αραίωση
希望の星 きぼうのほし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αχτίδα φωτός, αχτίδα ελπίδας, πολλά υποσχόμενο ταλέντο
希望に添う きぼうにそう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ικανοποιώ τις απαιτήσεις κάποιου, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες, συμβαδίζω με όσα επιθυμεί κάποιος
希少金属 きしょうきんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 σπάνιο μέταλλο, λιγότερο διαδεδομένο μέταλλο