7 αποτελέσματα για «帷»
帷子 かたびら
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ, λεπτό, μονό στρώμα κιμονό (ιδιαίτερα από κάνναβη ή ακατέργαστο μετάξι, για καλοκαιρινή χρήση)
- 02 σάβανο, ενδύματα ταφής
帷幕 いばく
ουσιαστικό
- 01 κουρτίνα, αρχηγείο επιτελείου πεδίου, μυστικός τόπος συνάντησης
帷幄 いあく
ουσιαστικό
- 01 στρατηγείο, επιτελείο
帷帳 いちょう
ουσιαστικό
- 01 κουρτίνα
帷幄上奏 いあくじょうそう
ουσιαστικό
- 01 απευθείας αναφορά του στρατού στον αυτοκράτορα
帷幄の臣 いあくのしん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 στενός σύμβουλος
帷
- 01 κουρτίνα
- 02 παραβάν