7 αποτελέσματα για «帽»
帽子 ぼうし N5
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καπέλο, σκούφος
- 02 αντιμετωπίζω (κίνηση)
帽 ぼう
ουσιαστικό
- 01 καπέλο, σκούφος
帽子を取る ぼうしをとる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω το καπέλο μου
帽子屋 ぼうしや
ουσιαστικό
- 01 καπελάδικο, κατάστημα καπέλων, καπελάς, κατασκευαστής καπέλων
帽子掛け ぼうしかけ
ουσιαστικό
- 01 καλόγερος καπέλων, κρεμάστρα καπέλων
帽章 ぼうしょう
ουσιαστικό
- 01 σήμα καπέλου
帽
- 01 καπέλο
- 02 κάλυμμα κεφαλής