7 αποτελέσματα για «幌»

ほろ

ουσιαστικό

  1. 01 τέντα, κάλυμμα (ειδικότερα το ύφασμα ή ο μουσαμάς που χρησιμοποιείται για αυτόν τον σκοπό), σκέπαστρο, αναδιπλούμενη οροφή (ενός κάμπριο), κουκούλα
幌馬車 ほろばしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλυμμένη άμαξα, κάρο με τέντα
幌蚊帳 ほろがや

ουσιαστικό

  1. 01 κωνική κουνουπιέρα (χρησιμοποιείται συχνά για την προστασία βρεφών)
幌向苺 ほろむいいちご

ουσιαστικό

  1. 01 χαμαιμόρο (Rubus chamaemorus)
幌別鉱 ほろべつこう

ουσιαστικό

  1. 01 χορομπετσουάιτ
幌満鉱 ほろまんこう

ουσιαστικό

  1. 01 χορομανίτης
  1. 01 σκέπαστρο
  2. 02 τέντα
  3. 03 κουκούλα
  4. 04 κουρτίνα