41 αποτελέσματα για «幸»

幸せ しあわせ N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευτυχία, καλή τύχη, τύχη, ευλογία
幸い さいわい N3

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 ευτυχία, μακαριότητα, τύχη, ευδαιμονία
  2. 02 που αποβαίνει ευνοϊκό, με θετική έκβαση, με αίσιο τέλος
  3. 03 ευτυχώς
幸福 こうふく N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευτυχία, ευζωία, χαρά, ευημερία, μακαριότητα
幸運 こううん N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καλή τύχη, τύχη
幸せにする しあわせにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω κάποιον ευτυχισμένο
さち

ουσιαστικό

  1. 01 τύχη, ευτυχία
  2. 02 σοδειά, απόδοση
幸いにも さいわいにも

επίρρημα

  1. 01 ευτυχώς, καλή ώρα, ευτυχισμένα
幸いなことに さいわいなことに

άλλο

  1. 01 ευτυχώς, καλή ώρα
幸福感 こうふくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα ευτυχίας, αίσθημα ευημερίας, ευφορία
幸せ者 しあわせもの

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερός άνθρωπος, καλότυχος
幸か不幸か こうかふこうか

άλλο

  1. 01 καλώς ή κακώς, ευτυχώς ή δυστυχώς
幸先 さいさき

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι (για το τι μέλλει γενέσθαι)
  2. 02 καλός οιωνός, καλό σημάδι
幸運の女神 こううんのめがみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεά της τύχης
幸あれ さちあれ

άλλο

  1. 01 καλή τύχη, τα καλύτερα
幸福を求める こうふくをもとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναζητώ την ευτυχία, επιδιώκω την ευτυχία
幸福度 こうふくど

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο ευτυχίας, βαθμός ευτυχίας
幸甚 こうじん

ουσιαστικό

  1. 01 είμαι εξαιρετικά ευγνώμων, είμαι πολύ υποχρεωμένος, νιώθω μεγάλη εκτίμηση, είμαι πολύ χαρούμενος
幸せ太り しあわせぶとり

ουσιαστικό

  1. 01 πάχος από την ευτυχισμένη (συζυγική) ζωή
幸福に浸る こうふくにひたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ευτυχώ, απολαμβάνω την ευτυχία
幸ある さちある

άλλο

  1. 01 ευτυχισμένος, τυχερός