28 αποτελέσματα για «序»

序でに ついでに

επίρρημα

  1. 01 με την ευκαιρία, εν τω μεταξύ, καθώς θα είμαι εκεί, παράλληλα, στο δρόμο για, παρεμπιπτόντως, σημειωτέον, περαστικά
序盤 じょばん

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα (στο παιχνίδι γκο, στο σκάκι κ.λπ.)
  2. 02 αρχικά στάδια, πρώτη φάση, απαρχή
序列 じょれつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάταξη, ιεραρχία
じょ

ουσιαστικό

  1. 01 τάξη, διαδοχή
  2. 02 αρχή, ξεκίνημα
  3. 03 πρόλογος, προοίμιο, εισαγωγή
  4. 04 εναρκτήριο μέρος τραγουδιού (στο γκαγκάκου ή στο νο)
序の口 じょのくち

ουσιαστικό

  1. 01 η αρχή (όπως στο "αυτή είναι μόνο η αρχή")
  2. 02 η χαμηλότερη κατηγορία στο σούμο
序章 じょしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή, εισαγωγικό κεφάλαιο
  2. 02 αρχή, ξεκίνημα
序文 じょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
序曲 じょきょく

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή, προανάκρουσμα
序説 じょせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή
序幕 じょまく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
序盤戦 じょばんせん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό στάδιο (ενός παιχνιδιού), φάση ανοίγματος
序論 じょろん

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή, πρόλογος
序奏 じょそう

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή
序言 じょげん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
序破急 じょはきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτεχνικές διαβαθμίσεις σε παραδοσιακές ιαπωνικές παραστάσεις, τζο-χα-κίου (εισαγωγή, ανάπτυξη και κορύφωση/τέλος)
序詞 じょし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
  2. 02 εισαγωγική προσδιοριστική φράση (ενός ουάκα κ.ά.)
序二段 じょにだん

ουσιαστικό

  1. 01 ζοουντιντάν (δεύτερη χαμηλότερη) κατηγορία
序で ついで

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία, αφορμή, περίσταση
  2. 02 σειρά, αλληλουχία
  3. 03 διάδοχος
序開き じょびらき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρχές, καταβολές
序数詞 じょすうし

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικό αριθμητικό, τακτικός αριθμός