18 αποτελέσματα για «庶»

庶民 しょみん N1

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός λαός, απλοί άνθρωποι, μάζες
庶民的 しょみんてき

επίθετο

  1. 01 λαϊκός, απλός, κοινός, ανεπιτήδευτος
庶子 しょし

ουσιαστικό

  1. 01 εξώγαμο τέκνο
庶務 しょむ N1

ουσιαστικό

  1. 01 γενικές υποθέσεις
庶務課 しょむか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα γενικών υποθέσεων
庶民感覚 しょみんかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή λογική, τρόπος σκέψης του μέσου πολίτη, λαϊκό αίσθημα
庶流 しょりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 νόθα οικογενειακή καταγωγή
庶出 しょしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξώγαμη γέννηση
庶人 しょじん

ουσιαστικό

  1. 01 απλός πολίτης, λαός
庶政 しょせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικά ζητήματα, όλες οι πτυχές της κυβερνητικής δραστηριότητας
庶民性 しょみんせい

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκότητα, η ικανότητα επικοινωνίας με τον απλό κόσμο
庶幾 しょき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθυμία, ελπίδα
庶民金庫 しょみんきんこ

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή τράπεζα
庶民金融 しょみんきんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 δάνεια για άτομα με χαμηλό εισόδημα
庶民劇 しょみんげき

ουσιαστικό

  1. 01 δράμα για την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων
庶民銀行 しょみんぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ενεχυροδανειστήριο
庶民院 しょみんいん

ουσιαστικό

  1. 01 βουλή των κοινοτήτων (Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς)
  1. 01 κοινός θνητός
  2. 02 όλος
  3. 03 νόθος