120 αποτελέσματα για «建»
建物 たてもの N5
ουσιαστικό
- 01 κτίριο
建てる たてる N4
ρήμα
- 01 χτίζω, κατασκευάζω
建つ たつ N3
ρήμα
- 01 χτίζομαι, ανεγείρομαι
建設 けんせつ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατασκευή, ίδρυση
建築 けんちく N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατασκευή, αρχιτεκτονική (κτιρίων)
建前 たてまえ N1
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο πρόσωπο, επίσημη στάση, κοινωνική συμπεριφορά (σε αντίθεση με τις προσωπικές σκέψεις)
- 02 τελετή για την ανέγερση του σκελετού ενός σπιτιού
建造物 けんぞうぶつ
ουσιαστικό
- 01 κατασκευή, κτίριο
建国 けんこく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ίδρυση κράτους
建造 けんぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οικοδόμηση, κατασκευή
建築物 けんちくぶつ
ουσιαστικό
- 01 κτίριο, οικοδόμημα
建設的 けんせつてき
επίθετο
- 01 εποικοδομητικός
建て直す たてなおす
ρήμα
- 01 ξαναχτίζω, ανακατασκευάζω
建材 けんざい
ουσιαστικό
- 01 οικοδομικό υλικό
建築家 けんちくか
ουσιαστικό
- 01 αρχιτέκτονας
建立 こんりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανέγερση (ναού, μνημείου κ.λπ.), οικοδόμηση
建設中 けんせつちゅう
ουσιαστικό
- 01 υπό κατασκευή
建設会社 けんせつがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 κατασκευαστική εταιρεία
建築様式 けんちくようしき
ουσιαστικό
- 01 αρχιτεκτονικός ρυθμός
建て替える たてかえる
ρήμα
- 01 ξαναχτίζω, ανακατασκευάζω
建て直し たてなおし
ουσιαστικό
- 01 ανοικοδόμηση, ανακατασκευή