88 αποτελέσματα για «弁»

弁当 べんとう N3

ουσιαστικό

  1. 01 μπέντο, ιαπωνικό πακέτο γεύματος
弁護士 べんごし

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγόρος
弁解 べんかい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση (για τις πράξεις κάποιου), δικαιολογία, αιτιολόγηση, υπεράσπιση
べん

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλία, γλώσσα, λόγος, ευγλωττία
  2. 02 διάλεκτος, τοπική προφορά, προφορά
  3. 03 μπέντο (ιαπωνικό γεύμα σε κουτί)
  4. 04 πέταλο
  5. 05 βαλβίδα
  6. 06 τμήμα εποπτείας (διοικητικό τμήμα του νταϊτζόκαν υπό το σύστημα ριτσουριό, υπεύθυνο για τον έλεγχο των κεντρικών και επαρχιακών κυβερνητικών γραφείων)
弁明 べんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση, δικαιολογία, αποσαφήνιση, αποκατάσταση, απολογία
弁える わきまえる

ρήμα

  1. 01 διακρίνω, ξεχωρίζω (π.χ. το σωστό από το λάθος)
  2. 02 γνωρίζω (τρόπους, τη θέση μου, κ.λπ.), κατανοώ, λαμβάνω υπόψη
弁護 べんご N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπεράσπιση, συνηγορία, απολογία
弁当箱 べんとうばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί φαγητού, μπεντό
弁償 べんしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποζημίωση, επανόρθωση, ικανοποίηση, αποκατάσταση
弁護人 べんごにん

ουσιαστικό

  1. 01 συνήγορος, υπερασπιστής
弁舌 べんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος, ευγλωττία, τρόπος ομιλίας, τρόπος έκφρασης
弁天 べんてん

ουσιαστικό

  1. 01 Μπεντέν (θεά των τεχνών και της σοφίας)
弁慶 べんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό άτομο, άτομο που επιδεικνύει ανδρεία
  2. 02 μπαμπού σωλήνας με τρύπες (χρησιμοποιείται ως βάση για κουζινικά σκεύη, βεντάλιες κ.λπ.)
  3. 03 καρό, σχέδιο με τετράγωνα
弁護側 べんごがわ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεράσπιση, η πλευρά της υπεράσπισης
弁論 べんろん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, αντιπαράθεση, επιχείρημα
弁当屋 べんとうや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα πώλησης πακέτων γεύματος, πωλητής γευμάτων σε πακέτο
弁証法 べんしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 διαλεκτική
弁証法的 べんしょうほうてき

επίθετο

  1. 01 διαλεκτικός
弁じる べんじる

ρήμα

  1. 01 μιλάω, συζητάω, επιχειρηματολογώ, διαχειρίζομαι, διευθετώ, φέρω σε πέρας, διακρίνω, διαφοροποιώ
弁が立つ べんがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι εύγλωττος, έχω ευφράδεια λόγου