20 αποτελέσματα για «弊»

弊害 へいがい

ουσιαστικό

  1. 01 επιβλαβής επίδραση, βλαβερή επιρροή, κακόβουλη πρακτική, κατάχρηση, ασθένεια (μεταφορικά)
弊社 へいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 η εταιρεία μας, το γραφείο μας
へい

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 κακή συνήθεια, βλάβη
  2. 02 δικός μου, δικός μας
弊風 へいふう

ουσιαστικό

  1. 01 κακή, διεφθαρμένη ή καταχρηστική πρακτική
弊履 へいり

ουσιαστικό

  1. 01 φθαρμένα παπούτσια
弊習 へいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 διεφθαρμένες πρακτικές, κακή συνήθεια
弊衣 へいい

ουσιαστικό

  1. 01 φθαρμένα ρούχα, κουρελιασμένα ρούχα
弊政 へいせい

ουσιαστικό

  1. 01 κακοδιοίκηση, κακή διακυβέρνηση
弊店 へいてん

ουσιαστικό

  1. 01 το κατάστημά μας, το μαγαζί μας
弊衣破帽 へいいはぼう

ουσιαστικό

  1. 01 φθαρμένα ρούχα και παλιό καπέλο
弊所 へいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 το γραφείο μας
弊誌 へいし

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδικό μας, έντυπο, περιοδική έκδοση
弊行 へいこう

ουσιαστικό

  1. 01 η τράπεζά μας, η τράπεζά μου
弊村 へいそん

ουσιαστικό

  1. 01 φτωχικό χωριό, το δικό μας (μικρό ή φτωχικό) χωριό
弊方 へいほう

ουσιαστικό

  1. 01 εγώ, δικός μου
弊衣蓬髪 へいいほうはつ

ουσιαστικό

  1. 01 ατημέλητα μαλλιά και κουρελιασμένα ρούχα
弊紙 へいし

ουσιαστικό

  1. 01 η εφημερίδα μας, η παρούσα εφημερίδα
弊職 へいしょく

αντωνυμία

  1. 01 εγώ, ο ταπεινός σας
弊学 へいがく

ουσιαστικό

  1. 01 το πανεπιστήμιό μου (ταπεινωτική έκφραση)
  1. 01 κατάχρηση, κακοποίηση
  2. 02 κακό, κακία
  3. 03 ελάττωμα, κακία
  4. 04 θραύση, βλάβη