20 αποτελέσματα για «弟»
弟 おとうと N5
ουσιαστικό
- 01 μικρός αδελφός
- 02 κουνιάδος (ο μικρότερος αδελφός του/της συζύγου), γαμπρός (ο σύζυγος της μικρότερης αδελφής)
- 03 μαθητής, μαθητευόμενος
弟 おとと
ουσιαστικό
- 01 νεότερος αδελφός
弟 おと
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 μικρότερος αδελφός, μικρότερη αδελφή
- 02 βενιαμίν, το μικρότερο παιδί της οικογένειας
- 03 νεαρός, μικρότερος, ο μικρότερος
- 04 νεαρός και όμορφος, χαριτωμένος
弟子 でし N2
ουσιαστικό
- 01 μαθητής, ακόλουθος, οπαδός, μαθητευόμενος, νεαρό άτομο, βοηθός μαθητής δασκάλου
弟さん おとうとさん
ουσιαστικό
- 01 νεότερος αδελφός (τιμητική αναφορά)
弟子入り でしいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γίνομαι μαθητής (κάποιου), γίνομαι μαθητευόμενος
弟妹 ていまい
ουσιαστικό
- 01 νεότερος αδελφός και νεότερη αδελφή
弟分 おとうとぶん
ουσιαστικό
- 01 ορκισμένος μικρότερος αδελφός, νεότερο μέλος σε μια ομάδα, σύλλογο κ.λπ.
弟弟子 おとうとでし
ουσιαστικό
- 01 νεότερος μαθητής (του ίδιου δασκάλου), νεότερος ακόλουθος, κατώτερο μέλος
弟御 おとうとご
ουσιαστικό
- 01 ο νεότερος αδελφός σας
弟殺し おとうとごろし
ουσιαστικό
- 01 φόνευση μικρότερου αδελφού, αδελφοκτονία
弟切草 おとぎりそう
ουσιαστικό
- 01 υπερικό το ορθό (είδος βαλσαμόχορτου)
弟嫁 おとうとよめ
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος του μικρότερου αδελφού
弟息子 おとうとむすこ
ουσιαστικό
- 01 νεότεροι γιοι
弟小父 おとおじ
ουσιαστικό
- 01 νεότερος αδελφός του γονέα, θείος
弟娘 おとうとむすめ
ουσιαστικό
- 01 νεότερες κόρες
弟君 おとうとぎみ
ουσιαστικό
- 01 μικρότερος αδελφός
弟月 おとづき
ουσιαστικό
- 01 ο δωδέκατος σεληνιακός μήνας
弟夫婦 おとうとふうふ
ουσιαστικό
- 01 μικρότερος αδελφός και η σύζυγός του
弟
- 01 νεότερος αδελφός
- 02 αφοσίωση σε μεγαλύτερους (σε ηλικία)