29 αποτελέσματα για «弥»

弥撒 ミサ

ουσιαστικό

  1. 01 θεία λειτουργία (καθολικισμός)
弥生 やよい

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
  2. 02 περίοδος Γιαγιόι (περίπου 300 π.Χ. - 300 μ.Χ.), πολιτισμός Γιαγιόι
  3. 03 πυκνή βλάστηση (χόρτων κ.λπ.)
いや

επίρρημα

  1. 01 όλο και περισσότερο, ολοένα και περισσότερο
  2. 02 εξαιρετικά, πάρα πολύ
弥勒 みろく

ουσιαστικό

  1. 01 Μαϊτρέγια (μποντισάτβα), Μιρόκου
弥陀 みだ

ουσιαστικό

  1. 01 Αμιτάμπα
弥生時代 やよいじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Γιαγιόι (περίπου 300 π.Χ.-300 μ.Χ.)
弥助 やすけ

ουσιαστικό

  1. 01 σούσι
弥勒菩薩 みろくぼさつ

ουσιαστικό

  1. 01 Μαϊτρέγια (Μποντισάτβα), Μιρόκου
弥次郎兵衛 やじろべえ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαζιρομπέε, παιχνίδι ισορροπίας
弥栄 いやさか

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 ευημερία, άνθηση, ακμή
  2. 02 καλή τύχη, τα καλύτερα, ζήτω, ουρά
弥生人 やよいじん

ουσιαστικό

  1. 01 γιαγιόι
弥縫 びほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόχειρη επιδιόρθωση
弥次喜多 やじきた

ουσιαστικό

  1. 01 κωμικό δίδυμο, ζευγάρι γελωτοποιών
弥生土器 やよいどき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά Γιαγιόι
弥久 びきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που διαρκεί πολύ χρόνο, μακροχρόνιος
弥縫策 びほうさく

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή λύση, μπαλωματική λύση
弥勒仏 みろくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 Μαϊτρέγια (μποντισάτβα)
弥立つ よだつ

ρήμα

  1. 01 ορθώνομαι (για τις τρίχες)
弥生尽 やよいじん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα του τρίτου σεληνιακού μήνα
弥増さる いやまさる

ρήμα

  1. 01 αυξάνομαι ακόμα περισσότερο, γίνομαι ακόμη μεγαλύτερος