21 αποτελέσματα για «弦»

げん

ουσιαστικό

  1. 01 χορδή τόξου
  2. 02 χορδή (ενός σαμισέν κ.ά.), έγχορδο όργανο
  3. 03 χορδή
  4. 04 υποτείνουσα
弦楽器 げんがっき

ουσιαστικό

  1. 01 έγχορδο όργανο
つる

ουσιαστικό

  1. 01 χορδή τόξου
  2. 02 χορδή (μουσικών οργάνων όπως σαμισέν, κιθάρα, βιολί κ.λπ.)
  3. 03 λαβή (τοξοειδές χερούλι μαγειρικού σκεύους)
  4. 04 διαγώνιο σύρμα ευθυγράμμισης κατά μήκος της κορυφής ενός μάσου
弦楽 げんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική για έγχορδα, έγχορδη μουσική
弦音 つるおと

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος που παράγει η παλλόμενη χορδή τόξου
弦月 げんげつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημισέληνος
弦巻 つるまき

ουσιαστικό

  1. 01 ανέμη για εφεδρική χορδή τόξου
弦楽四重奏曲 げんがくしじゅうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κουαρτέτο εγχόρδων
弦楽四重奏 げんがくしじゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 κουαρτέτο εγχόρδων
弦楽四重奏団 げんがくしじゅうそうだん

ουσιαστικό

  1. 01 κουαρτέτο εγχόρδων
弦理論 げんりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία χορδών
弦楽合奏 げんがくがっそう

ουσιαστικό

  1. 01 ορχήστρα εγχόρδων
弦歌 げんか

ουσιαστικό

  1. 01 τραγούδι με συνοδεία έγχορδων οργάνων
弦楽五重奏曲 げんがくごじゅうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κουιντέτο εγχόρδων
弦線 げんせん

ουσιαστικό

  1. 01 έντερο (υλικό για χορδές)
弦鳴楽器 げんめいがっき

ουσιαστικό

  1. 01 χορδόφωνο
弦材 げんざい

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος χορδής
弦鋸 つるのこ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροπρίονο, πριόνι τόξου
弦袋 つるぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 θήκη για εφεδρική χορδή τόξου
弦管打 げんかんだ

ουσιαστικό

  1. 01 έγχορδα, πνευστά και κρουστά όργανα