11 αποτελέσματα για «弧»

弧を描く こをえがく

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχεδιάζω τόξο (π.χ. με διαβήτη), περιγράφω τόξο (π.χ. στον αέρα), σχηματίζω τόξο

ουσιαστικό

  1. 01 τόξο
弧状 こじょう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοειδές σχήμα, ημισεληνοειδές σχήμα
弧線 こせん

ουσιαστικό

  1. 01 τόξο (κύκλου)
弧状列島 こじょうれっとう

ουσιαστικό

  1. 01 νησιωτικό τόξο, μηνοειδές αρχιπέλαγος
弧形 こけい

ουσιαστικό

  1. 01 τόξο
弧光 ここう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοειδές φως
弧度 こど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός καμπυλότητας
弧灯 ことう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοειδής λυχνία
弧長 こちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος τόξου
  1. 01 τόξο
  2. 02 αψίδα, τόξο
  3. 03 τόξο, καμπύλη