7 αποτελέσματα για «弩»

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλίστρα
弩砲 どほう

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλίστρα, εκτοξευτής βελών
弩級 どきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κλάση ντρέντνοτ (τύπος πολεμικού πλοίου)
弩級戦艦 どきゅうせんかん

ουσιαστικό

  1. 01 ντρέντνοτ (κλάση πολεμικών πλοίων)
弩級艦 どきゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ντρέντνοτ (θωρηκτό πρώτης γενιάς)
弩兵 どへい

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοβόλος με βαλλίστρα, χειριστής βαλλίστρας
  1. 01 τόξο