3 αποτελέσματα για «彗»

彗星 すいせい

ουσιαστικό

  1. 01 κομήτης
彗星のように現れる すいせいのようにあらわれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι διάσημος εν μια νυκτί, αποκτώ ξαφνικά φήμη
  1. 01 κομήτης
  2. 02 σκούπα