126 αποτελέσματα για «形»

かたち N4

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, σχήμα, φιγούρα
  2. 02 όψη, χαρακτηριστικά (προσώπου), εμφάνιση, φιγούρα
  3. 03 μορφή (σε αντίθεση με την ουσία), τρόπος, στυλ, εξωτερική εμφάνιση
  4. 04 κατάσταση, συνθήκη, μορφή
  5. 05 συμπεριφορά (προς τους άλλους), στάση, τρόποι
  6. 06 σχήμα (θέση μιας ομάδας λίθων)
形成 けいせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχηματισμός, διαμόρφωση, δημιουργία, πλάσιμο, παίρνω μορφή, δίνω μορφή
  2. 02 αποκατάσταση, επανόρθωση (π.χ. με πλαστική χειρουργική), αντικατάσταση, πλαστική επέμβαση
形式 けいしき N2

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή (σε αντιδιαστολή με την ουσία)
  2. 02 μορφή, σχήμα, ύφος, τρόπος
  3. 03 τυπικότητα, μορφή
  4. 04 τρόπος, μορφή
  5. 05 μορφή (διγραμμική, τετραγωνική κ.λπ.)
形相 ぎょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση (ιδίως θυμωμένη ή αναστατωμένη), όψη
形相 けいそう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, εμφάνιση
  2. 02 μορφή (στον Αριστοτελισμό), είδη
形状 けいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα, μορφή
形態 けいたい N3

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, σχήμα, φιγούρα
  2. 02 μόρφημα
形跡 けいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνη, ενδείξεις, στοιχεία
けい

επίθημα, ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, σχήμα
  2. 02 επίθετο, επίθετο σε -ι (στα ιαπωνικά)
形容 けいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιγραφή, έκφραση (με λέξεις), προσδιορισμός (π.χ. ουσιαστικού με επίθετο), τροποποίηση, μεταφορική έκφραση, σχήμα λόγου, μεταφορά
  2. 02 μορφή, σχήμα, εμφάνιση
形作る かたちづくる

ρήμα

  1. 01 σχηματίζω, μορφοποιώ, κατασκευάζω, πλάθω, δομώ
形見 かたみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθύμιο (κυρίως για αποθανόντα), αναμνηστικό, κειμήλιο, ανάμνηση, σουβενίρ
形だけ かたちだけ

άλλο

  1. 01 μόνο για το θεαθήναι, μόνο για τα προσχήματα
形勢 けいせい N1

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση, συνθήκες, προοπτικές
形を取る かたちをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω μορφή, λαμβάνω σχήμα
形式的 けいしきてき

επίθετο

  1. 01 τυπικός
かた

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα, μορφή, ύφος
  2. 02 εγγύηση, εξασφάλιση
  3. 03 πρόσθια όψη παλιού νομίσματος ζένι
形ばかり かたちばかり

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικός (για χειρονομία, δώρο κ.λπ.), για τα προσχήματα, μόνο και μόνο για να τηρηθούν οι τύποι
形式上 けいしきじょう

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικός, τελετουργικός, χάριν τύπου, προσχηματικός
形容詞 けいようし N2

ουσιαστικό

  1. 01 επίθετο, επίθετο τύπου -ι (στα ιαπωνικά)