8 αποτελέσματα για «彷»
彷徨く うろつく
ρήμα
- 01 τριγυρίζω, περιφέρομαι, τριγυρνώ άσκοπα, παραμονεύω, περιπλανώμαι
彷徨う さまよう
ρήμα
- 01 περιφέρομαι, τριγυρνώ, κόβω βόλτες, περιπλανιέμαι, αλητεύω, περιφέρομαι άσκοπα
彷彿 ほうふつ
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο, επίρρημα
- 01 έντονη ομοιότητα, ζωντανή ανάμνηση (π.χ. του παρελθόντος)
- 02 αμυδρός, αχνός, ασαφής, θολός
彷徨 ほうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπλάνηση, τριγύρισμα, περιδιάβαση
彷徨える さまよえる
άλλο, ρήμα
- 01 περιπλανώμενος, τριγυρνώ, περιφερόμενος, απομακρυσμένος
- 02 δύναμαι να περιπλανώμαι, δύναμαι να τριγυρνώ
彷徊 ほうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπλανώμαι άσκοπα
彷徨変異 ほうこうへんい
ουσιαστικό
- 01 διακύμανση, περιβαλλοντική παραλλαγή
彷
- 01 απομακρύνομαι, χάνομαι
- 02 περιπλανιέμαι, τριγυρίζω
- 03 αργοπορώ, στέκομαι άσκοπα