2 αποτελέσματα για «徘»

徘徊 はいかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλάνηση, τριγύρισμα, αλητεία, παραμονή σε χώρο χωρίς συγκεκριμένο σκοπό
  1. 01 περιπλανιέμαι