86 αποτελέσματα για «復»

復活 ふっかつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναβίωση (παλαιού συστήματος, εθίμου, μόδας, κ.λπ.), αποκατάσταση, επιστροφή, επάνοδος
  2. 02 ανάσταση, αναγέννηση
復讐 ふくしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδίκηση
復帰 ふっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή, επάνοδος, επαναφορά, αποκατάσταση
  2. 02 αλλαγή γραμμής
復興 ふっこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζωπύρωση, ανασυγκρότηση, αποκατάσταση, ανοικοδόμηση, ανάκαμψη, αναγέννηση
復旧 ふっきゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση, επανόρθωση, ανάκαμψη
復元 ふくげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση (στην αρχική κατάσταση ή θέση), ανακατασκευή, επαναφορά
復習 ふくしゅう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανάληψη διδαγμένης ύλης, αναθεώρηση
復唱 ふくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγγελία (από μνήμης), επανάληψη (π.χ. μιας εντολής, για επιβεβαίωση ότι ακούστηκε σωστά)
復讐心 ふくしゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για εκδίκηση, εκδικητικές σκέψεις
復讐者 ふくしゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδικητής
復権 ふっけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση, επανένταξη, αποκατάσταση δικαιωμάτων
復縁 ふくえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανασύνδεση (με σύζυγο, υιοθετημένο παιδί, κ.λπ.)
復学 ふくがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστρέφω στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο
復旧作業 ふっきゅうさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργασίες επισκευής, εργασίες αποκατάστασης
復調 ふくちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάκαμψη, επάνοδος στην (συνήθη) φόρμα
  2. 02 αποδιαμόρφωση
復職 ふくしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναφορά σε θέση εργασίας, επανδιορισμός
復する ふくする

ρήμα

  1. 01 επανέρχομαι (στην αρχική κατάσταση), επανέρχομαι σε, επαναφέρω, αποκαθίσταμαι
  2. 02 εκδικούμαι
復讐劇 ふくしゅうげき

ουσιαστικό

  1. 01 έργο εκδίκησης, τραγωδία εκδίκησης
復活祭 ふっかつさい

ουσιαστικό

  1. 01 Πάσχα
復路 ふくろ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διαδρομή επιστροφής (σήματος, επικοινωνίας)
  2. 02 ταξίδι επιστροφής