28 αποτελέσματα για «循»
循環 じゅんかん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κυκλοφορία, περιστροφή, κύκλος, βρόχος
循環器 じゅんかんき
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφορικό όργανο
循環器系 じゅんかんきけい
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφορικό σύστημα
循環系 じゅんかんけい
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφορικό σύστημα (αίμα, λέμφος, κ.λπ.)
循環バス じゅんかんバス
ουσιαστικό
- 01 κυκλικό λεωφορείο, λεωφορείο κυκλικής διαδρομής
循環器科 じゅんかんきか
ουσιαστικό
- 01 καρδιολογική πτέρυγα, καρδιολογικό τμήμα, καρδιολογική κλινική
循環型 じゅんかんがた
ουσιαστικό
- 01 κυκλικός
- 02 ανακυκλώσιμος
循環性 じゅんかんせい
ουσιαστικό
- 01 κυκλικότητα
循環論法 じゅんかんろんぽう
ουσιαστικό
- 01 κυκλικός συλλογισμός
循環的 じゅんかんてき
επίθετο
- 01 κυκλικός, κυκλοφορικός, αναδρομικός
循環小数 じゅんかんしょうすう
ουσιαστικό
- 01 περιοδικός δεκαδικός
循環線 じゅんかんせん
ουσιαστικό
- 01 κυκλική γραμμή, κυκλική διαδρομή
循環器病 じゅんかんきびょう
ουσιαστικό
- 01 καρδιαγγειακή νόσος, νόσος του κυκλοφορικού συστήματος
循環型社会 じゅんかんがたしゃかい
ουσιαστικό
- 01 κοινωνία της ανακύκλωσης, κοινωνία προσανατολισμένη στην ανακύκλωση
循行 じゅんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπολώ
- 02 ενεργώ σύμφωνα με τις διαταγές μου
- 03 ευθεία κίνηση, ορθόδρομη κίνηση
循環系統 じゅんかんけいとう
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφορικό σύστημα (αίμα, λέμφος, κ.λπ.)
循環型社会形成推進基本法 じゅんかんがたしゃかいけいせいすいしんきほんほう
ουσιαστικό
- 01 Βασικός νόμος για την προώθηση της δημιουργίας μιας κοινωνίας ανακύκλωσης υλικών
循環期 じゅんかんき
ουσιαστικό
- 01 κύκλος (π.χ. στις επιχειρήσεις)
循環取引 じゅんかんとりひき
ουσιαστικό
- 01 κυκλική συναλλαγή, κυκλικό εμπόριο
循環けた上げ じゅんかんけたあげ
ουσιαστικό
- 01 κυκλική μεταφορά κρατουμένου