34 αποτελέσματα για «忘»

忘れる わすれる N5

ρήμα

  1. 01 ξεχνώ, αφήνω απρόσεκτα, παραλείπω, λησμονώ, είμαι ξεχασιάρης
忘れ物 わすれもの N4

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχασμένο αντικείμενο, απολεσθέν αντικείμενο
  2. 02 το να ξεχάσω κάτι, το να αφήσω κάτι πίσω
忘れ去る わすれさる

ρήμα

  1. 01 λησμονώ τελείως, ξεχνώ εντελώς, αφήνω πίσω
忘却 ぼうきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήθη, πλήρης λήθη, παραμονή στη λήθη
忘れかける わすれかける

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να ξεχνώ
忘れもしない わすれもしない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αξέχαστος, αδύνατον να ξεχαστεί, θυμάμαι καθαρά
忘れ形見 わすれがたみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθύμιο (από αποθανόντα), αναμνηστικό, κειμήλιο
  2. 02 ορφανό, μεταθανάτιο παιδί
忘れっぽい わすれっぽい

επίθετο

  1. 01 ξεχασιάρης
忘年会 ぼうねんかい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή αποχαιρετισμού του παλιού χρόνου, πάρτι για να ξεχαστούν οι δυσκολίες της χρονιάς, μπονεκάι
忘我 ぼうが

ουσιαστικό

  1. 01 έκσταση, πνευματική έξαρση, ενθουσιασμός
忘れがたい わすれがたい

επίθετο

  1. 01 αξέχαστος, μνημειώδης
忘る わする

ρήμα

  1. 01 ξεχνώ κάτι
忘恩 ぼうおん

ουσιαστικό

  1. 01 αχαριστία, αγνωμοσύνη
忘れ得ぬ わすれえぬ

άλλο

  1. 01 αξέχαστος
忘れがち わすれがち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ξεχασιάρης, αφηρημένος, αμελής
忘失 ぼうしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήθη, απώλεια
忘れん坊 わすれんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αφηρημένος, ξεχασιάρης
忘年 ぼうねん

ουσιαστικό

  1. 01 λησμονιά των κακουχιών του παλιού έτους
  2. 02 λήθη της ηλικιακής διαφοράς μεταξύ των ατόμων
忘れ草 わすれぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 ημεροκαλλίς η πορτοκαλί (Hemerocallis fulva), οσκαριά
  2. 02 καπνός
忘恩行為 ぼうおんこうい

ουσιαστικό

  1. 01 αγνωμοσύνη, αχάριστη πράξη