3 αποτελέσματα για «忸»

忸怩 じくじ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ντροπαλός, αισθανόμενος ντροπή, καταισχυμένος
忸怩たる思い じくじたるおもい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αισθήματα έντονης ντροπής (για τις πράξεις κάποιου)
  1. 01 ντροπή