41 αποτελέσματα για «怒»
怒る おこる N4
ρήμα
- 01 θυμώνω, εκνευρίζομαι, χάνω την ψυχραιμία μου
- 02 μαλώνω, επιπλήττω
怒る いかる
ρήμα
- 01 θυμώνω, εξοργίζομαι
- 02 είμαι γωνιώδης, είμαι τετραγωνισμένος
怒り いかり N3
ουσιαστικό
- 01 θυμός, οργή, μένος, αγανάκτηση
怒鳴る どなる N2
ρήμα
- 01 φωνάζω (με θυμό), ουρλιάζω
怒声 どせい
ουσιαστικό
- 01 θυμωμένη φωνή
怒号 どごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οργισμένη κραυγή, βρυχηθμός
怒鳴りつける どなりつける
ρήμα
- 01 φωνάζω έντονα σε κάποιον, βάζω τις φωνές
怒気 どき
ουσιαστικό
- 01 οργή, θυμός
怒鳴り声 どなりごえ
ουσιαστικό
- 01 θυμωμένη φωνή, η φωνή κάποιου όταν φωνάζει από θυμό
怒り狂う いかりくるう
ρήμα
- 01 εξοργίζομαι, ξεσπώ σε οργή, γίνομαι έξαλλος
怒涛 どとう
ουσιαστικό
- 01 ορμητικά κύματα, θυελλώδη νερά
- 02 ταραχώδης, θυελλώδης, επεισοδιακός, χαοτικός
怒り出す おこりだす
ρήμα
- 01 γίνομαι έξαλλος, χάνω την ψυχραιμία μου, ξεσπώ σε θυμό, ξεσπώ
怒りを買う いかりをかう
άλλο, ρήμα
- 01 εξοργίζω, προκαλώ οργή, προσβάλλω
怒った顔 おこったかお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θυμωμένο πρόσωπο (έκφραση)
怒鳴り散らす どなりちらす
ρήμα
- 01 φωνάζω δυνατά, ξεσπώ με φωνές, ωρύομαι
怒りに震える いかりにふるえる
άλλο, ρήμα
- 01 τρέμω από θυμό
怒張 どちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερβολικό πρήξιμο (αιμοφόρου αγγείου), συμφόρηση, διόγκωση
- 02 τετράγωνισμα των ώμων, σύσφιξη των μυών
怒鳴り込む どなりこむ
ρήμα
- 01 μπαίνω ορμητικά κάπου φωνάζοντας
怒らす おこらす
ρήμα
- 01 εξοργίζω, θυμώνω κάποιον, προσβάλλω, προκαλώ εκνευρισμό, προκαλώ οργή
- 02 σφίγγω τους ώμους, υψώνω τη φωνή θυμωμένα, αγριεύω το βλέμμα
怒りを込めて いかりをこめて
άλλο
- 01 οργισμένα, με πάθος, αγανακτισμένα