3 αποτελέσματα για «怜»

怜悧 れいり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έξυπνος, οξύνους, ευφυής, σοφός, διανοητικός, συνετός
怜悧狡猾 れいりこうかつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πανούργος, δόλιος, οξύνους, πονηρός
  1. 01 σοφός