3 αποτελέσματα για «怱»

怱忙として そうぼうとして

άλλο

  1. 01 με μεγάλη βιασύνη, βιαστικά, εν μέσω βιασύνης
怱忙 そうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 απασχολημένος, πολυάσχολος
  1. 01 σπεύδω
  2. 02 βιάζομαι
  3. 03 ταράζομαι