3 αποτελέσματα για «恙»

恙無い つつがない

επίθετο

  1. 01 υγιής, ασφαλής, αλώβητος, χωρίς προβλήματα
恙虫 つつがむし

ουσιαστικό

  1. 01 τσουτσουγκαμούσι, ακάρεο της οικογένειας Trombiculidae (γνωστό και ως ακάρεο της συγκομιδής)
  1. 01 ασθένεια