2 αποτελέσματα για «恢»

恢弘 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάδοση, εξάπλωση, επέκταση
  1. 01 πλατύς, ευρύς
  2. 02 μεγάλος
  3. 03 μεγαλώνω, διευρύνω