6 αποτελέσματα για «恬»

恬淡 てんたん

επίθετο, άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αδιάφορος, ανιδιοτελής, αποστασιοποιημένος
恬然 てんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ψύχραιμος, αδιάφορος, ανέμελος, ήρεμος
てん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ψύχραιμος, αδιάφορος, ανέμελος, ήρεμος
恬として てんとして

επίρρημα

  1. 01 ψύχραιμα, αδιάφορα, με άνεση, ήρεμα
恬淡虚無 てんたんきょむ

επίθετο, ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 υπερβαίνω τις ασήμαντες μέριμνες της ζωής και παραμένω ψύχραιμος και ανιδιοτελής
  1. 01 ψυχραιμία