6 αποτελέσματα για «悄»

悄然 しょうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αποκαρδιωμένος, κατηφής, σκυθρωπός, αποθαρρυμένος
悄気る しょげる

ρήμα

  1. 01 καταβάλλω τον εαυτό μου, απογοητεύομαι, χάνω το θάρρος μου, αποθαρρύνομαι
悄悄 すごすご

επίρρημα

  1. 01 απελπισμένα, θλιμμένα, απογοητευμένα
悄悄 しょうしょう

επίρρημα, άλλο

  1. 01 απελπισμένα, σκυθρωπά, κατηφώς
  2. 02 μοναχικά, μόνος, ήσυχα
悄愴 しょうそう

άλλο

  1. 01 λυπημένος και θρηνητικός
  2. 02 μοναχικός
  1. 01 άγχος