9 αποτελέσματα για «悉»
悉く ことごとく
επίρρημα
- 01 εξ ολοκλήρου, τελείως
悉皆 しっかい
επίρρημα
- 01 όλα, εξ ολοκλήρου, πλήρως, χωρίς καμία εξαίρεση
悉曇 しったん
ουσιαστικό
- 01 σιττάν (χαρακτήρες)
- 02 μελέτη της σιττάν
悉皆成仏 しっかいじょうぶつ
άλλο
- 01 όλα τα όντα διαθέτουν τη φύση του Βούδα
悉曇文字 しったんもじ
ουσιαστικό
- 01 σιτάνμοζι (γραφή σιντάμ)
悉曇学 しったんがく
ουσιαστικό
- 01 σπουδές της σιντάμ
悉無律 しつむりつ
ουσιαστικό
- 01 νόμος του όλα-ή-τίποτα
悉皆調査 しっかいちょうさ
ουσιαστικό
- 01 πλήρης απογραφή, απογραφή πληθυσμού
悉
- 01 εντελώς
- 02 εντελώς
- 03 εντελώς, συνολικά
- 04 εντελώς, πλήρως
- 05 καταναλώνω, χρησιμοποιώ όλο
- 06 μου τελειώνει, ξεμένω
- 07 εξαντλώ
- 08 κάνω φιλία, γίνομαι φίλος
- 09 εξυπηρετώ, υπηρετώ