13 αποτελέσματα για «患»

患者 かんじゃ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής
患う わずらう

ρήμα

  1. 01 ασθενώ, υποφέρω από
患部 かんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 πάσχουσα περιοχή, προσβεβλημένο σημείο, πληγή
患難 かんなん

ουσιαστικό

  1. 01 θλίψη, βάσανο, κακουχία
患畜 かんちく

ουσιαστικό

  1. 01 ζώο που υποβάλλεται σε θεραπεία, ασθενής (αναφορικά με κατοικίδια)
患者家族 かんじゃかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής και συγγενείς
患者を入れる かんじゃをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εισάγω ασθενή στο νοσοκομείο
患いつく わずらいつく

ρήμα

  1. 01 αρρωσταίνω, προσβάλλομαι από ασθένεια, κλινήρης λόγω ασθένειας
患者負担 かんじゃふたん

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρικά έξοδα που επιβαρύνουν τον ασθενή, συμμετοχή ασθενούς, μερίδιο ασθενούς, συνπληρωμή
患難時代 かんなんじだい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη θλίψη
患禍 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφή, συμφορά, πρόβλημα
患家 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 σπίτι ασθενούς, οικογένεια ασθενούς
  1. 01 πάσχων
  2. 02 ασθένεια
  3. 03 υποφέρω από
  4. 04 είμαι άρρωστος