6 αποτελέσματα για «悦»

えつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοϊκανοποίηση, αγαλλίαση
悦楽 えつらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαρά, απόλαυση, τέρψη
悦に入る えつにいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ικανοποιούμαι, αισθάνομαι υπερηφάνεια, λάμπω από αυτοϊκανοποίηση
悦に浸る えつにひたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ευχαριστιέμαι, κακολογώ με ικανοποίηση, λάμπω από αυτοϊκανοποίηση
悦哉 えっさい

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικό ιαπωνικό γεράκι
  1. 01 έκσταση
  2. 02 χαρά
  3. 03 έκσταση, παραφορά