54 αποτελέσματα για «悲»

悲しい かなしい N4

επίθετο

  1. 01 θλιμμένος, δυστυχισμένος, λυπημένος
  2. 02 λυπηρός, αξιοθρήνητος, θλιβερός
悲鳴 ひめい N1

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή, τσιρίδα
悲しみ かなしみ

ουσιαστικό

  1. 01 λύπη, θλίψη, πένθος, οδύνη
  2. 02 στοργή, αγάπη, τρυφερότητα
悲しむ かなしむ N3

ρήμα

  1. 01 λυπάμαι, πενθώ, θρηνώ, μετανιώνω
悲鳴を上げる ひめいをあげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ουρλιάζω
  2. 02 κλαψουρίζω, γκρινιάζω, παραπονιέμαι
悲劇 ひげき N3

ουσιαστικό

  1. 01 τραγωδία, τραγικό δράμα, τραγικό έργο
  2. 02 τραγωδία, συμφορά, καταστροφή, δυστύχημα
悲痛 ひつう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 θλίψη, καημός, βαθιά λύπη, συντριβή καρδιάς
悲惨 ひさん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφικός, τραγικός, αξιοθρήνητος, άθλιος, ελεεινός, θλιβερός, σκανδαλώδης
悲しげ かなしげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 θλιμμένος, μελαγχολικός
悲願 ひがん

ουσιαστικό

  1. 01 ο διακαής πόθος κάποιου
  2. 02 ο όρκος του Βούδα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας
悲壮 ひそう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τραγικός αλλά γενναίος, ηρωικός, ζοφερός
悲観 ひかん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεσιμισμός, απαισιοδοξία, αποθάρρυνση, απελπισία, απογοήτευση
悲哀 ひあい

ουσιαστικό

  1. 01 θλίψη, πόνος, λύπη

ουσιαστικό

  1. 01 συμπάθεια (έλεος)
悲嘆 ひたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θλίψη, λύπη, αγωνία, θρήνος
悲観的 ひかんてき

επίθετο

  1. 01 απαισιόδοξος, κατηφής
悲しいかな かなしいかな

άλλο

  1. 01 δυστυχώς, πόσο λυπηρό, αλίμονο
悲壮感 ひそうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα τραγικού ηρωισμού, αίσθημα ζοφερής αποφασιστικότητας, αίσθηση καθορισμού
悲劇的 ひげきてき

επίθετο

  1. 01 τραγικός
悲愴 ひそう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 θλιβερός, λυπητερός, οδυνηρός